Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Τά πνευματικά ενδιαφέροντα σέ καιρό κρίσεως


του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη 
("Εκκλησιαστική Παρέμβαση", τεύχος Ιουλίου 2011)

Σέ περιόδους κρίσεων, όπως αυτή πού διερχόμαστε, τό έργο τής Εκκλησίας συναντά κάποιες πρόσθετες δυσκολίες, τίς οποίες, βέβαια, έχει τήν δυνατότητα, κάτω από κατάλληλες εκκλησιαστικές συνθήκες καί ποιμαντικές πρακτικές, νά τίς μετατρέψη σέ ευλογίες. Στό σημείωμα αυτό θά προσπαθήσουμε αφ' ενός μέν νά περιγράψουμε μιά από τίς δυσκολίες αυτές, αφ' ετέρου δέ νά αναφέρουμε κάποιες προϋποθέσεις γιά τήν ποιμαντική αντιμετώπισής της.
       Τά προβλήματα πού μάς κυκλώνουν είναι κυρίως οικονομικά καί κοινωνικά. Είναι προβλήματα τού κόσμου τούτου, πού εγκλωβίζουν τόν νού καί τήν ψυχή σέ ασφυκτικές βιοτικές μέριμνες. Οι μέριμνες αυτές έχουν τήν ιδιότητα, άν δέν υπάρχη ανάλογη εγρήγορση, νά εξουδετερώνουν από τίς ψυχές τών ανθρώπων όλα τά πνευματικά ενδιαφέροντα, κάθε τί πού συνδέεται μέ τά τιμιώτερα τής ανθρώπινης ζωής, όπως είναι η αναζήτηση τής βαθύτερης βίωσης τού μυστηρίου τής Εκκλησίας. Ο καθένας μπορεί νά γνωρίζη από τόν εαυτό του τό πόσο οι μέριμνες αυτές ερημώνουν τήν ψυχή, τό πόσο εύκολα καί ανεπαίσθητα τήν καθιστούν πνευματικά άγονη.

Η κατάσταση θυμίζει τήν παραβολή τού Σπορέως. Μόνον πού τά «αγκάθια», τά οποία «συμπνίγουν τόν σπόρο», δέν είναι ο «πλούτος» καί οι «ηδονές τού βίου», αλλά η στέρηση τών βασικών υλικών αγαθών, πού είναι αναγκαία γιά τήν επιβίωση, καθώς καί οι ψυχικές πληγές πού δημιουργεί η αίσθηση τού αδιέξοδου τής φτώχειας. Θά μπορούσε, βέβαια, νά ισχυρισθή κανείς ότι δέν υπάρχει σημαντική διαφορά στίς δύο παραπάνω περιπτώσεις, αφού «ο σπόρος συμπνίγεται» από τήν θλίψη πού δημιουργεί η στέρηση τού πλούτου καί τών ηδονών τού βίου, πράγμα πού σημαίνει ότι στό βάθος είναι τό ίδιο πάθος πού δημιουργεί τό πρόβλημα. Πράγματι, σέ πολλούς μπορεί αυτό νά ισχύη, όμως δέν πρέπει νά συγχέουμε τήν δούλωση στό πλούτο καί τίς ηδονές μέ τόν αγώνα γιά επιβίωση. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι τά πάθη είναι φυσικές δυνάμεις τής ψυχής τού ανθρώπου καί ότι γίνονται διαβλητά, όταν «κινούνται παρά φύσιν», όπως συμβαίνει μέ τήν παράλογη αγάπη τών ηδονών καί τού πλούτου, ενώ στήν φυσική τους κίνηση χαρακτηρίζονται αδιάβλητα, όπως είναι η φυσική πείνα καί δίψα.
Μιά σημαντική ποιμαντική δυσκολία, λοιπόν, είναι οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες, πού προκαλούν έντονες εγκόσμιες μέριμνες, ενώ, από τήν άλλη μεριά, η πνευματική ζωή έχει ανάγκη από εσωτερική ειρήνη καί, σέ κάποιο βαθμό, από αμεριμνία. Η χριστιανική αμεριμνία, βέβαια, δέν σημαίνει αδιαφορία. Δέν σημαίνει εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας, κάθε δραστηριότητας. Γιά τούς πιστούς πού δέν εγκατέλειψαν τόν κόσμο η αμεριμνία χαρακτηρίζεται από τήν ήρεμη κίνηση τών λογισμών καί τών εννοιών τής ψυχής τους, από τήν «εν πραΰτητι» κυριαρχία τού προσευχόμενου νού πάνω στήν επιθυμία καί τόν θυμό, κατάσταση η οποία εδράζεται στήν βεβαιότητα τής αγάπης τού Θεού καί τής αμείωτης κυβερνητικής πρόνοιάς Του.
Πώς όμως νά μήν διακατέχεται από αδημονία καί ταραχή, πνιγμένος στίς βιοτικές μέριμνές του, ένας πού πεινά, ένας πού χάνει τήν δουλειά του ή πού μειώνεται σημαντικά τό εισόδημά του καί δέν μπορεί νά ανταποκριθή στά χρέη του;
Αυτό τό ερώτημα αποτελεί μιά πρόκληση, η οποία μπορεί νά ενεργοποιήση στό ποιμαντικό έργο τής Εκκλησίας όλον τόν θεολογικό καί ασκητικό οπλισμό της. Γιά παράδειγμα, μπορεί νά ενεργοποιήση τήν επαναδιατύπωση τής θεολογίας τού Σταυρού μέσα από τά σύγχρονα καθημερινά παθήματα τού κόσμου. Προκαλούμαστε νά μιλήσουμε, μέ διάκριση καί απλότητα, χωρίς μάταιους καί ανενεργούς στοχασμούς, γιά τόν Χριστό, πού είναι αδιάλειπτα παρών στήν Εκκλησία Του. Προκαλούμαστε νά θυμίσουμε ότι προσέλαβε τήν θνητή καί παθητή φύση μας, τήν οποία άφησε μέχρι καί τόν Σταυρό νά ενεργή τά δικά της ιδιώματα, αβοήθητη από τήν θεία ενέργεια, όπως επισημαίνει ο Γέροντας Παΐσιος σέ κείμενό του, εκφράζοντας τήν δική του εν Χριστώ σταυρική πείρα. Σέ μιά αποφθεγματική επιστολή του γράφει: «Οι ανθρώπινοι σταυροί είναι απλώς σταυρουδάκια, πού μάς βοηθάνε γιά τήν σωτηρία τής ψυχής μας, ενώ τού Χριστού ήταν πολύ βαρύς, διότι δέν χρησιμοποίησε τήν θεϊκή Του δύναμη γιά τόν εαυτό Του». Οι ανθρώπινοι σταυροί γίνονται «σταυρουδάκια», γιατί ο Χριστός «χρησιμοποιεί τήν θεϊκή Του δύναμη» γιά εμάς, αφού δέν μάς αφήνει νά πειρασθούμε πέρα από τίς δυνάμεις μας. Εκείνος άφησε τήν ανθρώπινη φύση Του αβοήθητη από τήν θεία ενέργειά Του. Γι’ αυτό, όπως γράφει ο απ. Παύλος στήν πρός Εβραίους επιστολή, προσερχόμαστε «μετά παρρησίας τώ θρόνω τής χάριτος», επειδή δέν έχουμε Αρχιερέα «μή δυνάμενον συμπαθήσαι ταίς ασθενείαις ημών», αφού ο Αρχιερέας μας Χριστός έχει δοκιμασθή σέ όλα «καθ’ ομοιότητα» πρός εμάς, «χωρίς» όμως «αμαρτίας».
Γιά νά μπορέση, όμως, νά ενεργοποιηθή όλος ο θεολογικός καί ασκητικός οπλισμός τής Εκκλησίας στό ποιμαντικό έργο της, απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Θεωρούμε ότι σημαντική προϋπόθεση, ανάμεσα σέ πολλές άλλες, είναι η πνευματική ωριμότητα τών ποιμένων καί η πιστότητά τους στήν αποστολική καί πατερική Παράδοση, όπως καί η διασάφηση, μέ βάση τήν ίδια Παράδοση, τού τί είναι η Εκκλησία καί ποιό τό έργο της μέσα στόν κόσμο. Μπορεί αυτές οι προϋποθέσεις νά είναι απλές καί αυτονόητες, όμως στίς μέρες μας φαίνεται ότι πολλοί θέλουν νά τίς ξεχνούν, προκειμένου νά μήν ενοχλούνται στίς απόψεις καί επιδιώξεις τους.
Δέν θά αναλύσουμε αυτό τό θέμα, πού είναι πολυσύνθετο καί ακανθώδες, αλλά θά προσπαθήσουμε νά μιλήσουμε θετικά, στηριγμένοι σέ μιά θεμελιακή θέση τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου από τόν έκτο περί Ιερωσύνης λόγο του. Παραθέτω τό σχετικό χωρίο σέ νεοελληνική απόδοση από τόν π. Ηλία Διακουμάκο, ο οποίος πρόσφατα μάς έδωσε τούς έξι περί Ιερωσύνης λόγους τού Χρυσοστόμου σέ κείμενο καί μιά νέα απόδοση στήν νέα ελληνική.
Ο ιερός Χρυσόστομος λέει: «Η ψυχή τού Ιερέα πρέπει νά λάμπει σάν τό φώς πού καταυγάζει τήν οικουμένη... Οι Ιερείς είναι τό αλάτι τής γής... Καί δέν πρέπει νά είναι ο Ιερέας μόνο τόσο καθαρός, όσο κατ’ αναλογία απαιτεί η υψηλή διακονία πού αξιώθηκε, αλλά νά είναι καί πολύ συνετός καί πολύ έμπειρος, νά γνωρίζει όλες τίς βιοτικές υποθέσεις όχι λιγότερο από εκείνους πού βρίσκονται μέσα στόν κόσμο, συγχρόνως όμως νά είναι ξένος από αυτές περισσότερο από τούς μοναχούς πού ασκούνται στά ερημικά βουνά». Ο Ιερέας ?κατεξοχήν εδώ αναφέρεται στόν Επίσκοπο? πρέπει νά είναι μέσα στόν κόσμο καί ταυτόχρονα έξω από αυτόν. Νά γνωρίζη εμπειρικά καί σέ βάθος όλες τίς βιοτικές υποθέσεις, αλλά νά έχη ψυχή ελεύθερη σάν τού ερημίτη. Είναι ταυτόχρονα θεραπευτής καί κυβερνήτης. Κυβερνά τό σκάφος τής Εκκλησίας καί θεραπεύει τίς ψυχές τού ποιμνίου του μέ τά μυστήρια καί τόν λόγο. Διακονεί τό έργο τής Εκκλησίας, πού είναι η ενεργός οικείωση από τούς πιστούς τής νίκης τού Χριστού εναντίον τού διαβόλου καί τού θανάτου.
Ο λόγος τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου μάς συνετίζει. Μάς δείχνει τίς προϋποθέσεις, τήν ευθύνη καί τό ύψος τής Ιερωσύνης. Μάς μιλάει γιά τήν δωρεά τού μυστηρίου, αλλά καί τήν ανθρώπινη συνέργεια.
Στίς μέρες μας φαίνεται ότι είναι απαραίτητο, άν θέλουμε νά βοηθήσουμε τόν κόσμο πού ταλαιπωρείται από τήν κρίση, νά γνωρίζουμε τούς οικονομικούς μηχανισμούς πού οδηγούν πολλούς στήν φτώχεια. Χρειάζεται οι Κληρικοί, σύμφωνα καί μέ τήν προτροπή τού αγίου Νεκταρίου, νά βρούμε «τάς αφορμάς τών δυστυχιών», ώστε νά βοηθήσουμε νά αρθούν. Αυτή η κοινωνική διάσταση τού ποιμαντικού έργου δέν εξαντλείται, βέβαια, στήν υλική επιφάνεια. Δέν ενδιαφέρεται απλά καί μόνο γιά τήν οικονομία, αλλά πρωτίστως γιά τόν άνθρωπο πού καταπιέζεται καί νεκρώνεται πνευματικά από τούς μηχανισμούς της.
Κύριος ρόλος τού Ποιμένα είναι μέ υλικά καί πνευματικά μέσα νά βοηθά κάθε ταλαιπωρημένο άνθρωπο νά βρίσκη τήν εσωτερική ισορροπία του, νά αποκαθιστά τήν ειρήνη στούς λογισμούς καί τήν καρδιά του, νά ξυπνά μέσα του τήν πίστη. Γενικά, νά τόν βοηθά, παρά τίς εξωτερικές αντίξοες συνθήκες, στό ξύπνημα πνευματικών ενδιαφερόντων, όπως είναι η ανάγνωση ιερών κειμένων καί η κατά τό δυνατόν απερίσπαστη προσευχή, μέσα στό πλαίσιο τής αναζήτησης βαθύτερης βιώσεως τού μυστηρίου τής Εκκλησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: