Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Περί νεφελώδους αγαπολογίας


του Πρωτ. π. Θωμά Βαμβίνη  
("Εκκλησιαστική Παρέμβαση", τεύχος Αυγούστου 2011)

Γιά εμάς τούς Ορθοδόξους Χριστιανούς όλο τό νόημα τής ζωής μας περικλείεται μέσα στόν «θεσμόν τής Εκκλησίας». Η Εκκλησία είναι τό νόημα καί ο σκοπός τού κόσμου. Εκεί υπάρχει ο Χριστός, η Κεφαλή τής Εκκλησίας, καί «εν τώ Χριστώ» ο Πατήρ καί τό Άγιον Πνεύμα. Έτσι, κάθε τί έχει αιώνιο νόημα, εφόσον υπάρχει ή πραγματοποιείται μέσα στήν Εκκλησία. Ο άγιος Κυπριανός έλεγε: «Έξω από τήν Εκκλησία δέν υπάρχει σωτηρία». Έξω από τήν Εκκλησία, δηλαδή χωρίς οργανική σχέση μέ τήν χαρισματική καί ιεραρχική δομή της, ούτε άσκηση, ούτε πίστη, ούτε κοινωνικός ή θρησκευτικός επιμέρους θεσμός έχει σωτηριολογική σημασία καί ενέργεια. Ένας πού αποχωρίζεται από τό Σώμα τής Εκκλησίας όση καί όποιας μορφής άσκηση καί άν κάνη, όση πίστη καί άν νομίζη ότι διαθέτει, όσες ομάδες ή συνοδίες μαθητών, «πνευματικών τέκνων» ή οπαδών καί άν συγκροτήση, βρίσκεται αυτός καί όλο του τό έργο έξω από τήν «σωστική κιβωτό».
Τά παραπάνω, καί όσα στήν συνέχεια διατυπώσουμε, έχουν αφορμή τήν απόφαση τής Διαρκούς Ιεράς Συνόδου γιά επέκταση τού επιτιμίου τής ακοινωνησίας σέ όλα τά μέλη τής αδελφότητας τής Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος Σκάλας Ναυπάκτου καί τήν έναρξη τής διαδικασίας άρσεως τού Προεδρικού Διατάγματος ιδρύσεως καί λειτουργίας τής Μονής. Σκοπός τού σημειώματος αυτού δέν είναι νά παρουσιάση καί νά ερμηνεύση τήν συνοδική απόφαση, αλλά νά ασχοληθή μέ τήν υποδομή κάποιων αντιδράσεων –υπερασπιστικών δήθεν τής Μονής– πού βρίσκονται σέ κραυγαλέα αντίθεση πρός τήν αγιοπνευματική εν Χριστώ ζωή τού Σώματος τής Εκκλησίας.
Η σκλήρυνση στήν εκκλησιολογική ιδιορρυθμία φαίνεται έντονα στήν επιστράτευση θεολογικών καί ποιμαντικών στρεβλώσεων –μέ επικάλυμμα μιά νεφελώδη συναισθηματική αγαπολογία– προκειμένου νά δικαιολογηθούν τά εκκλησιολογικώς αδικαιολόγητα. Επισημαίνουμε δύο, κατά τήν γνώμη μας, σημαντικές στρεβλώσεις:
Πρώτον, η αγάπη τού εκκλησιαστικού Ποιμένα περιγράφεται σάν μιά πλαδαρή συναισθηματική αγάπη. Θεωρείται από μερικούς ότι ο Ποιμένας πρέπει μόνον νά ανέχεται. Δέν πρέπει νά δημιουργή πόνο στό ποίμνιο. Η δημιουργία τού πόνου ταυτίζεται μέ τήν σκληρότητα, τήν απουσία τής αγάπης καί όχι μέ τήν ανύστακτη μέριμνα γιά περιφρούρηση τής ορθής πίστεως τού ποιμνίου καί τήν υπόδειξη σ’ αυτό τής «τεθλιμμένης οδού», πού οδηγεί στήν αιώνιο ζωή. Η πρόσκληση σέ μετάνοια θεωρείται «δεσποτική» καί όχι «πατρική» συμπεριφορά. Θά έλεγε κανείς ότι υπάρχει μιά αγαπολογική μέριμνα αποτροπής τής μετανοίας. Ενέργεια πράγματι δαιμονική.
Δεύτερον, οι Ιεροί Κανόνες πού μιλούν γιά επιτίμια, ακοινωνησία καί αφορισμό, παρουσιάζονται ως αντίθετοι πρός τήν διδασκαλία τού Χριστού. Κατηγορούνται, δηλαδή, οι άγιοι Πατέρες τών Οικουμενικών Συνόδων ότι δέν είχαν «νούν Χριστού», ότι ήταν σκληροί καί ακύρωναν τό κήρυγμα τού Χριστού γιά τήν αγάπη. Η κατηγορία αυτή συνιστά κατάργηση τής Ιεράς Παραδόσεως καί άγνοια τού πώς δρά τό Άγιον Πνεύμα μέσα στήν Εκκλησία. Η εικόνα, πάντως, τού Χριστού πού δημιουργεί αυτή η άποψη θυμίζει τόν «γλυκύ Ιησού» τών ρομαντικών ζωγράφων τής Δύσεως καί όχι τόν Χριστό τών Ευαγγελίων, πού είπε τά περίφημα «ουαί» στούς Γραμματείς καί Φαρισαίους ή πού λίγες μέρες μετά τό θαύμα στόν γάμο τής Κανά, όταν επισκέφθηκε τόν Ναό, «ποιήσας φραγγέλιον εκ σχοινίων πάντας εξέβαλεν τού ιερού, τά τε πρόβατα καί τούς βόας, καί τών κολλυβιστών εξέχεε τό κέρμα καί τάς τραπέζας ανέτρεψε»(Ιωάνν. β',15). Ούτε είναι ο Χριστός πού συμβουλεύει: «Εάν αμαρτήση εις σέ ο αδελφός σου» καί δέν ακούση εσένα, ούτε τούς δύο ή τρείς πού θά πάρης μαζί σου, «ειπέ τή Εκκλησία εάν καί τής Εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο αμαρτωλός καί ο τελώνης»(Ματθαίου, ιη',17). Ούτε είναι ο Χριστός τού απ. Παύλου (πού είχε «νούν Χριστού»), ο οποίος είπε στούς Κορινθίους γιά τόν αιμομίκτη, νά «εξαρθή εκ μέσου» αυτών καί νά παραδοθή «τώ Σατανά εις όλεθρον τής σαρκός, ίνα τό πνεύμα σωθή εν τή ημέρα τού Κυρίου Ιησού» (Α' Κορινθ. ε',2-5).
Σέ σχέση μέ τά παραπάνω πρέπει νά σημειωθούν ορισμένα πράγματα ακόμη. Όσοι, χωρίς δική τους υπαιτιότητα, αγνοούν τόν Χριστό καί τήν Εκκλησία Του έχουν κάποια ελαφρυντικά γιά τίς τυχόν αστοχίες τους. Οι μή αγνοούντες όμως –ιδιαίτερα αυτοί πού αυτοθεωρούνται «πνευματικοί πατέρες»– γιά κάθε ιδιορρυθμία στόν βίο ή τήν ποιμαντική τους, πού έρχεται σέ αντίθεση μέ τήν θεσμοθεσία τής Εκκλησίας, δέν έχουν ελαφρυντικά. Γι’ αυτούς η «υπέρ νούν» ενυπόστατη αγάπη, δηλαδή ο Χριστός, λέει: «ο γνούς τό θέλημα τού κυρίου εαυτού καί μή ετοιμάσας μηδέ ποιήσας πρός τό θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς» (Λουκά ιβ',47). Καί επειδή οι άνθρωποι αυτοί έχουν μεγάλη πεποίθηση στά έργα τους καί τίς απόψεις τους, ακόμη καί «εν εκείνη τή ημέρα» τής κρίσεως θά πούν στόν Χριστό: «Κύριε, Κύριε, ου τώ σώ ονόματι προεφητεύσαμεν, καί τώ σώ ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, καί τώ σώ ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; Καί τότε», μάς λέει ο Χριστός, «ομολογήσω αυτοίς ότι ουδέποτε έγνων υμάς αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι τήν ανομίαν.» (Ματθαίου, ζ', 22-23). Τό σημαντικό γιά μάς είναι νά μάς γνωρίζη ο παντογνώστης Χριστός. Αυτό δέν σημαίνει ότι δέν γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια τής ζωής μας, αλλά ότι πρέπει εμείς νά τόν γνωρίσουμε μέ όλη τήν ύπαρξή μας, αποβάλλοντας από τόν εαυτό μας κάθε ιδιορρυθμία πού υποθάλπεται από τά αθεράπευτα πάθη μας, ώστε νά ενεργή απρόσκοπτα μέσα μας η Χάρη Του. Καί φυσικά δέν υπάρχει Χριστός έξω από τήν Εκκλησία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι «εργαζόμενοι τήν ανομίαν» μέ τό όνομα τού Χριστού βγάζουν δαιμόνια, κάνουν θαύματα, αλλά ο Χριστός τούς ίδιους δέν τούς γνωρίζει. Ενεργεί μέσω τής ιερωσύνης Του, τήν οποία φέρουν, αλλά καί χάρη στήν πίστη τού λαού πού τούς πλησιάζει μέ ευλάβεια. Η δύναμη τής ιερωσύνης τού Χριστού (τήν οποία σφετερίζονται, θεωρώντας την δική τους ιδιότητα), καθώς καί η ευλάβεια τού λαού, τούς παγιώνουν στήν «ανομία» τους. Τούς πείθουν ότι είναι αληθινοί ποιμένες τής Εκκλησίας, καί άς επισημαίνονται οι εκτροπές τους «εκ τε τής ευαγγελικής καί κανονικής οδού» από αλλεπάλληλες συνόδους επισκόπων καί από ανθρώπους μέ εγνωσμένη ασκητική καί εκκλησιαστική πείρα.
Γιά ένα μέλος τής Εκκλησίας η αποκοπή από τό Σώμα Της, η ακοινωνησία ή ο αφορισμός του, μέ ενεργοποίηση καί εφαρμογή τών Ιερών Κανόνων –μετά τήν εξάντληση όλων τών ορίων τής οικονομίας– είναι ένα τραγικό γεγονός. Δέν είναι μιά τυπική διοικητική πράξη, χωρίς σωτηριολογικές συνέπειες. Είναι μιά πράξη πού συνδέεται μέ τήν μυστηριακή λειτουργία τού Σώματος τής Εκκλησίας. Είναι μιά πιστοποίηση τής ασυμφωνίας τού βίου καί τής πράξεως τών «ακοινωνήτων» πρός τήν ζωή πού δίδαξε καί φανέρωσε στόν κόσμο ο Χριστός καί εμπνέει στά μέλη τού Σώματός Του τό Άγιον Πνεύμα. Οπότε δέν είναι ένα γεγονός τού οποίου η τραγικότητα μπορεί νά διασκεδασθή μέ νομικίστικες κατασκευές ή μέ αγαπολογικές συναισθηματικές ερμηνείες –μάλλον σκόπιμες παρερμηνείες– τής εκκλησιαστικής ποιμαντικής καί τής εν Χριστώ λειτουργίας τού θεσμού τής πνευματικής πατρότητας.
Ο ποιμένας τής Εκκλησίας, καί κατ' εξοχήν ο Επίσκοπος, είναι πρίν απ’ όλα «θεραπευτής». Κατά τήν θεραπευτική διαδικασία μπορεί νά δεχθή τά «ραπίσματα» τών θεραπευομένων, όπως οι γιατροί, όταν αναγκάζονται νά κάνουν οδυνηρές επεμβάσεις στούς ασθενείς τους. Αυτά τά ραπίσματα οφείλει ο Ποιμένας νά τά υπομένη, ως τόν σταυρό τής διακονίας του, πού διαχέει στό πλήρωμα τής Εκκλησίας τήν ενέργεια τού Σταυρού τού Χριστού, δηλαδή τήν καθαρτική καί φωτιστική χάρη καί ενέργεια τού Θεού. Σέ αυτήν τήν διαδικασία προϋποτίθενται δύο παράγοντες: Ο θεραπευόμενος πού δέχεται τήν θεραπεία, η οποία πονά τόν εθισμένο στά πάθη ψυχοσωματικό οργανισμό του καί τόν θεραπευτή πού ενεργεί τήν θεραπεία. Όταν τά ραπίσματα δέν δίνονται από αυτούς πού δέχονται τήν θεραπεία, αλλά από αυτούς πού προκλητικά τήν απορρίπτουν, τότε θυμίζουν τά ραπίσματα τών στρατιωτών τού Πιλάτου, πού χλεύαζαν τόν Χριστό, κι ακόμη πιό πολύ θυμίζουν τό ράπισμα τού δούλου τού Αρχιερέως μέσα στό Συνέδριο, τό οποίο όμως ο Χριστός δέν άφησε αναπάντητο. Δέν τό δέχθηκε σιωπηλά, ούτε έστρεψε στόν ραπίσαντα δούλο καί τήν άλλη σιαγόνα Του, όπως θά επιθυμούσαν οι αγαπολόγοι, αλλά τού είπε: «ει κακώς ελάλησα μαρτύρησον περί τού κακού, ει δέ καλώς τί μέ δέρεις»(Ιωάνν. ιη',23). Ο Ποιμένας δέν εκθέτει τόν εαυτό του σέ άσκοπα ραπίσματα, όπως ο πιστός δέν πρέπει νά εκθέτη τόν εαυτό του σέ άσκοπους κινδύνους. Άλλωστε καί στήν περίοδο τών διωγμών δέν επιτρεπόταν η αυτόβουλη έκθεση στό μαρτύριο. Ο επιχώριος Ποιμένας αναφέρεται καί βρίσκεται σέ ενότητα μέ τήν Σύνοδο τών Επισκόπων, στίς αποφάσεις τής οποίας όλοι όσοι θέλουν νά είναι μέλη τής Εκκλησίας οφείλουν νά υπακούουν. Η Σύνοδος έχει τόν τελικό λόγο γι αυτούς πού χλευαστικά απορρίπτουν τήν σύμφωνη μέ τούς Ιερούς Κανόνες θεραπεία τών εκτροπών τους.
Πάντως, η μετάνοια είναι δυνατή ακόμη καί στούς διώκτες τού Χριστού καί στούς χλευαστικά ραπίζοντες τό πρόσωπό Του. Αρκεί, φυσικά, νά τήν συναισθανθούν καί νά τήν τολμήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: